καθαγιάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθαγιάζω < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθαγιάζω, παρατ.: καθαγίαζα, στιγμ. μέλλ.: θα καθαγιάσω, αόρ.: καθαγίασα , παθ.φωνή: καθαγιάζομαι , μτχ.π.π.: καθαγιασμένος

  1. καθιστώ κάτι άγιο, του δίνω ιερό χαρακτήρα με ειδική τελετή (πχ ανάγνωση ευχών, ραντισμό κλπ)
  2. (μεταφορικά) ενεργώ ώστε να θεωρηθεί κάτι απαλλαγμένο από σφάλματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]