Μετάβαση στο περιεχόμενο

κεκλεισμένων των θυρών

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κεκλεισμένων των θυρών <  δείτε τις λέξεις κεκλεισμένος και θύρα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ce.kliˈzme.non ton θiˈɾon/

Έκφραση

[επεξεργασία]

κεκλεισμένων των θυρών

το δικαστήριο συνεδρίασε κεκλεισμένων των θυρών

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]