κεντώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κεντῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεντώ < αρχαία ελληνική κεντέω-ῶ

Ρήμα[επεξεργασία]

κεντώ και κεντάω

  1. περνώ με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα
    • (μεταφορικά) παράγω ένα αξιοθαύμαστο στις λεπτομέρειές του αποτέλεσμα
  2. προκαλώ οξύ πόνο σε ένα σημείο πιέζοντας με κάτι αιχμηρό (λέγεται και όταν ο πόνος έχει εσωτερική αιτία)
     συνώνυμα: κεντρίζω, σουβλίζω, τσιμπώ

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]