κεντώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κεντῶ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεντώ < αρχαία ελληνική κεντέω-ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κεντώ και κεντάω

  1. περνώ με βελόνα χρωματιστές κλωστές σε ένα ύφασμα και δημιουργώ ένα διακοσμητικό σχέδιο· φτιάχνω ένα κέντημα
    • (μεταφορικά) παράγω ένα αξιοθαύμαστο στις λεπτομέρειές του αποτέλεσμα
  2. προκαλώ οξύ πόνο σε ένα σημείο πιέζοντας με κάτι αιχμηρό (λέγεται και όταν ο πόνος έχει εσωτερική αιτία)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κεντρίζω, σουβλίζω, τσιμπώ

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]