κράνη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈkɾa.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κρά‐νη
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- κράνη < αρχαία ελληνική κραίνω, φθάνω στο τέρμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κράνη θηλυκό [1]
- (ιδιωματικό) η ανομβρία, η ξεραΐλα
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- κράνη: κλιτικός τύπος
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]κράνη ουδέτερο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κράνος
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Χρήστος Θ. Κανελλάκης, Το Μοίραλι από το 1461 έως σήμερα. Ετυμολογικό λεξικό των πρώην Δήμων Μεσάτιδος, Φαρρών, Τριταίας, Λασιώνος Ηλείας, Πάτρα, εκδόσεις Περί Τεχνών, 2010, ISBN:978‑960-6684-64-7.