λαμπρά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]λαμπρά < λαμπρός
Επίρρημα
[επεξεργασία]λαμπρά
- πολύ καλά, πολύ ωραία (συχνά με ειρωνική απόχρωση)
- ※ «Αλήθεια είστε ύπανδρος; Αρραβωνιασμένος;» «Ελεύθερος ... » «Λαμπρά! Θα μας κάνετε την τιμή να δειπνήσετε απόψε μαζί μας;» (Χ.Α. Χωμενίδης, Νίκη, εκδ. Πατάκης, 2014)
- Πώς τα πήγες στο διαγώνισμα;- - Λαμπρά!
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]λαμπρά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του λαμπρό