λιοπερίχυτη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λιοπερίχυτη <ή-λιο-ς + πρόθεση περί + χέω> μεσαιωνική ελληνική < ηλιοπερίχυτιν. Μεταπλαστή λέξη από τον Κωστή Παλαμά.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

λιοπερίχυτη θηλυκό -η, ουδέτερο -το, η διαχεόμενη πέρα ως πέρα από τον ήλιο.


-Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ' είναι η μέρα,/κ' η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι./Tο φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει/και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφίνει/τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνεις/όνειρο αν είναι, ή κι αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του βασιλιά/ΛΟΓΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]