μεταδίδομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταδίδομαι < παθητική φωνή του ρήματος μεταδίδω < αρχαία ελληνική μεταδίδομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

μεταδίδομαι

  1. με μεταδίδουν
    το νέο μεταδόθηκε απ' άκρη σ' άκρη της πόλης
  2. κινούμαι σε ένα μέσο
    ο ήχος δεν 'μεταδίδεται στο κενό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]