μούσκαρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Μούσκαρι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μούσκαρι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μούσκαρι ουδέτερο

  1. (βοτανική) βολβώδες μονοκοτυλήδονο καλλωπιστικό φυτό της οικογένειας των Ασπαραγοειδών. Έχει πυκνές αιχμές κυανού χρώματος, με το σχήμα των λουλουδιών του να μοιάζουν με τσαμπιά σταφυλιών την Άνοιξη.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]