ξαναβρίσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαναβρίσκω < ξανά + βρίσκω

Ρήμα[επεξεργασία]

ξαναβρίσκω

  • Μόλις βρήκε δουλειά ο ταλαίπωρος ξαναβρήκε τον παλιό του ευαυτό
  • Θα το παλέψω, έχω ξαναβρεθεί στην ίδια θέση και τα έβγαλα πέρα


Αρχικοί Χρόνοι Ενεργητική Φωνή Μέση-Παθητική Φωνή
Ενεστώτας ξαναβρίσκω ξαναβρίσκομαι
Παρατατικός ξανάβρισκα ξαναβρισκόμουν
Μέλλοντας θα ξαναβρώ θα ξαναβρεθώ
Μέλλοντας θα ξαναβρίσκω θα ξαναβρίσκομαι
Αόριστος ξαναβρήκα ξαναβρέθηκα
Παρακείμενος έχω ξαναβρεί (και ξανάβρει) με είχαν ξαναβρεί
Μετοχές ξαναβρίσκοντας


Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στη θέση της αδόκιμης μετοχής παρακειμένου "ξαναβρισκόμενος" δανείζεται (σπανίως) την αρχαϊζουσα "επανευρισκόμενος" του επανευρίσκω ή του ανακτώ (ο ανακτημένος, κυρίως για κείμενα ή περιουσία) ή περίφραση (εκείνος που ξαναβρέθηκε)
  • υπάρχουν πολλοί τύποι για τις διάφορες μορφές που πήρε κατά καιρούς το ρήμα (π.χ. αόριστος: ξαναηύρα και μέλλων ξαναεύρω)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]