ξεκαρδίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεκαρδίζομαι < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξεκαρδίζομαι, πρτ.: ξεκαρδιζόμουν, στ.μέλλ.: θα ξεκαρδιστώ, αόρ.: ξεκαρδίστηκα, μτχ.π.π.: ξεκαρδισμένος

  1. γελάω υπερβολικά, λύνομαι στα γέλια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]