ορώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρῶ, ὁράω[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /oˈɾo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐ρώ
- ομόηχο: ορό
- τονικό παρώνυμο: όρο
Ρήμα
[επεξεργασία]ορώ, οράς, ορά (μεταβατικό) (μόνον σε ενεστώτα και παρατατικό)
- (αρχαιοπρεπές, λόγιο) βλέπω
Έστιν Δίκης οφθαλμός, ος τα πανθʹ ορά.[1]
πολυτονική γραφή: Ἔστιν Δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πάνθʹ ὁρᾷ.
Είναι της Δικαιοσύνης ο οφθαλμός, ο οποίος τα πάντα βλέπει.
— αρχαίο γνωμικό από τον Μένανδρο, Γνῶμαι Μονόστιχοι, ροθʹ
Άλλες γραφές
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Αρκετοί τύποι του ρήματος επιβιώνουν από την αρχαία ελληνική γλώσσα.
- όρα (βλέπε)
Όρα στο κεφάλαιο 10.
- οψόμεθα (θα δούμε)
- ίδωμεν (να δούμε)
- ας όψεται (αυτός φταίει)
- ιδού (να!)
- χάρμα ιδέσθαι (χάρμα οφθαλμών, απόλαυση των ματιών)
- ίδε
Ίδε ο άνθρωπος! → δείτε
Ίδε ο άνθρωπος στη Βικιπαίδεια 
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]- Δείτε την κλίση στο αρχαίο λήμμα ὁράω.
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 ορώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)