αδιόρατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιόρατος < ελληνιστική κοινή ἀδιόρατος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αδιόρατος, -η, -ο

  1. που διακρίνεται με πολύ μεγάλη δυσκολία, που ίσα ίσα φαίνεται
    μιλούσε με ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]