αδιόρατος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδιόρατος η αδιόρατη το αδιόρατο
      γενική του αδιόρατου της αδιόρατης του αδιόρατου
    αιτιατική τον αδιόρατο την αδιόρατη το αδιόρατο
     κλητική αδιόρατε αδιόρατη αδιόρατο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδιόρατοι οι αδιόρατες τα αδιόρατα
      γενική των αδιόρατων των αδιόρατων των αδιόρατων
    αιτιατική τους αδιόρατους τις αδιόρατες τα αδιόρατα
     κλητική αδιόρατοι αδιόρατες αδιόρατα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδιόρατος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἀδιόρατος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική imperceptible[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ðiˈo.ɾa.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐δι‐ό‐ρα‐τος

Επίθετο[επεξεργασία]

αδιόρατος, -η, -ο

  1. που διακρίνεται με πολύ μεγάλη δυσκολία, που ίσα ίσα φαίνεται
    μιλούσε με ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]