οραματιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οραματιστής οραματιστές
γενική οραματιστή οραματιστών
αιτιατική οραματιστή οραματιστές
κλητική οραματιστή οραματιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οραματιστής < οραματίζομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οραματιστής αρσενικό, οραματίστρια θηλυκό

  • αυτός που οραματίζεται, που πλάθει ευγενή και φιλόδοξα σχέδια για το μέλλον της επιστήμης ή της ανθρωπότητας γενικά


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]