οραματίστρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οραματίστρια οραματίστριες
γενική οραματίστριας οραματιστριών
αιτιατική οραματίστρια οραματίστριες
κλητική οραματίστρια οραματίστριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οραματίστρια < οραματιστής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οραματίστρια θηλυκό

δείτε τη λέξη: οραματιστής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]