ορατότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορατότητα ορατότητες
γενική ορατότητας ορατοτήτων
αιτιατική ορατότητα ορατότητες
κλητική ορατότητα ορατότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ορατότητα < καθαρεύουσα ορατότης < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική visibilité · ορατός + -ότης / -ότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ορατότητα θηλυκό

  1. η δυνατότητα να βλέπει κάτι ένας παρατηρητής χωρίς να παρεμποδίζεται από εμπόδια ή μετεωρολογικά φαινόμενα (πχ. ομίχλη)
    η ορατότητα στις εθνικές οδούς θα είναι σημαντικά περιορισμένη λόγω ομίχλης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]