οσφραίνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὀσφραίνομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οσφραίνομαι < αρχαία ελληνική ὀσφραίνομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

οσφραίνομαι, πρτ.: οσφραινόμουν, στ.μέλλ.: θα οσφρανθώ, αόρ.: οσφράνθηκα

  1. μυρίζω κάτι, το αντιλαμβάνομαι με την όσφρηση
  2. (μεταφορικά) αντιλαμβάνομαι κάτι που δεν είναι άμεσα ορατό
    ο δημοσιογράφος δήλωσε ότι οσφραίνεται αλλαγές στο πολιτικό σύστημα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]