suspect

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
suspect suspects

suspect (en)

  • ο ύποπτος
    The police are following the suspect.
    Η αστυνομία ακολουθεί τον ύποπτο.
ενεστώτας suspect
γ΄ ενικό ενεστώτα suspects
αόριστος suspected
παθητική μετοχή suspected
ενεργητική μετοχή suspecting

suspect (en)

  1. υποψιάζομαι, υποπτεύομαι
  2. (αμετάβατο) οσφραίνομαι
    I suspect he is stingy.
    Οσφραίνομαι τσιγκουνιά.



Επίθετο

[επεξεργασία]
γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό suspect suspects
θηλυκό suspecte suspectes

suspect (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]