ούσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ούσα < αρχαία ελληνική μετοχή οὖσα (θηλυκό της μετοχής ενεστώτα του ρήματος εἰμί)

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ούσα θηλυκό, λέξη αντίστοιχη του αρσενικού όντας στη νεοελληνική, αν και το όντας χρησιμοποιείται σχεδόν επιρρηματικά πλέον χωρίς διάκριση γένους

Διέδοσαν ότι είχε πεθάνει η γυναίκα, ούσας ζωντανής και χαίρουσας άκρας υγείας
Ούσα μια ταπεινή υπάλληλος, δεν μπόρεσα ποτέ να κλέψω την εφορία (όντας μια ταπεινή υπάλληλος...)