ὤν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὧν, -ών, ὄν, ον

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὤν < μετοχή ενεστώτα του ρήματος εἰμί (είμαι)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὤν - ἐών - ἰών οὖσα - ἐοῦσα - ἰῶσα ὄν - ἐόν ὄντες οὖσαι ὄντα - ἐόντα
Γενική ὄντος οὔσης - ἐούσης ὄντος ὄντων οὐσῶν ὄντων
Δοτική ὄντι - ἐόντι οὔσῃ ὄντι - ἐόντι οὖσι(ν) οὔσαις οὖσι(ν)
Αιτιατική ὄντα - ἐόντα οὖσαν ὄν ὄντας οὔσας ὄντα - ἐόντα
Κλητική ὤν οὖσα ὄν ὄντες οὖσαι ὄντα - ἐόντα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὄντε οὔσα ὄντε
Γενική-Δοτική ὄντοιν οὔσαιν ὄντοιν

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ὤν, οὖσα, ὄν

  1. αυτός/αύτή/αυτό που είναι, όντας, που υπάρχει τώρα
    • Κριτίας τῶν τριάκοντα ὤν: ο Κριτίας, όντας ένας από τους τριάκοντα <τριάντα τυράννους>
    • ζώντων καί ὄντων Ἀθηναίων: <αν αυτό το τρομερό γεγονός είχε συμβεί> και οι Αθηναίοι εντούτοις εξακολουθούσαν να αναπνέουν και να υπάρχουν (Δημοσθένης, "Περί τού Στεφάνου")
    • οἱ ὄντες και οὐκ ὄντες : εκείνοι που επέζησαν και εκείνοι που δεν υπάρχουν πια
  2. που είναι τώρα, που υπηρετεί τώρα σε μια θέση, που υπάρχει αυτή τη στιγμή ή που είναι (για χρονικούς όρους), ο τρέχων
    • ἱερέων τῶν ὄντων: από τους ιερείς που τώρα έχουν θητεία
    • τοῦ ὄντος μηνός: του τρέχοντα μήνα
  3. που είναι παρών, που είναι κοντά
    • τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν : την τοπική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: ὄν (ως ουσιαστικό)