Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὤν

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὧν, ων, -ών, ὄν, ον

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὤν < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εἰμί

Μετοχή

[επεξεργασία]

ὤν, οὖσα, ὄν

  1. που είναι, όντας, που υπάρχει τώρα
    παράδειγμα  Κριτίας τῶν τριάκοντα ὤν
    ο Κριτίας, όντας ένας από τους τριάκοντα <τριάντα τυράννους>
      ζώντων καί ὄντων Ἀθηναίων (Δημοσθένης, Περί τού Στεφάνου)
    <αν αυτό το τρομερό γεγονός είχε συμβεί> και οι Αθηναίοι εντούτοις εξακολουθούσαν να αναπνέουν και να υπάρχουν
    παράδειγμα  οἱ ὄντες και οὐκ ὄντες : εκείνοι που επέζησαν και εκείνοι που δεν υπάρχουν πια
  2. που είναι τώρα, που υπηρετεί τώρα σε μια θέση, που υπάρχει αυτή τη στιγμή ή που είναι (για χρονικούς όρους), ο τρέχων
    παράδειγμα  ἱερέων τῶν ὄντων: από τους ιερείς που τώρα έχουν θητεία
    παράδειγμα  τοῦ ὄντος μηνός: του τρέχοντα μήνα
  3. που είναι παρών, που είναι κοντά
    παράδειγμα  τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν : την τοπική
  4.  δείτε και το ὄν ως ουσιαστικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

νέα ελληνικά: