ὤν
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ὤν < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εἰμί
Μετοχή
[επεξεργασία]- που είναι, όντας, που υπάρχει τώρα
Κριτίας τῶν τριάκοντα ὤν
- ο Κριτίας, όντας ένας από τους τριάκοντα <τριάντα τυράννους>
- ※ ζώντων καί ὄντων Ἀθηναίων (Δημοσθένης, Περί τού Στεφάνου)
- <αν αυτό το τρομερό γεγονός είχε συμβεί> και οι Αθηναίοι εντούτοις εξακολουθούσαν να αναπνέουν και να υπάρχουν
οἱ ὄντες και οὐκ ὄντες : εκείνοι που επέζησαν και εκείνοι που δεν υπάρχουν πια
- που είναι τώρα, που υπηρετεί τώρα σε μια θέση, που υπάρχει αυτή τη στιγμή ή που είναι (για χρονικούς όρους), ο τρέχων
ἱερέων τῶν ὄντων: από τους ιερείς που τώρα έχουν θητεία
τοῦ ὄντος μηνός: του τρέχοντα μήνα
- που είναι παρών, που είναι κοντά
τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν : την τοπική
- → δείτε και το ὄν ως ουσιαστικό
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]νέα ελληνικά:
Κλίση
[επεξεργασία]
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||