ὄντως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: όντως, ὄντος, όντος, όντας

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὄντως < από τη γενική της λέξης ὄν, του ουσιαστικού < ὄν, το ουδέτερο της μετοχής ενεστώτα του ρήματος εἰμί (είμαι) ή ίσως και απ' ευθείας από τη γενική του ουδετέρου της μετοχής προτού αυτό ουσιαστικοποιηθεί

Επίρρημα[επεξεργασία]

ὄντως

  1. πράγματι
    τὰ ὄντως ἀγαθά
    ὅ γε ὄντως φιλομαθής
  2. συχνά με τη μετοχή για επίταση του νοήματος
    ὄντως ὤν : πράγματι υπάρχει
    ὄντως τε καὶ ἀληθῶς συχνά σε αντιδιαστολή προς το ὡς ἔπος εἰπεῖν (που λέει ο λόγος)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • τῶ ὄντι, τωόντι ή και τώντις