ὄντως
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]ὄντως
- πράγματι
- τὰ ὄντως ἀγαθά
- ὅ γε ὄντως φιλομαθής
- συχνά με τη μετοχή για επίταση του νοήματος
- ὄντως ὤν : πράγματι υπάρχει
- ὄντως τε καὶ ἀληθῶς συχνά σε αντιδιαστολή προς το ὡς ἔπος εἰπεῖν (που λέει ο λόγος)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- τῶ ὄντι, τωόντι ή και τώντις