οὐσία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ουσία

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

οὐσία < από το οὖσα - ἐοῦσα, θηλυκό της μετοχής ενεστώτα του ρήματος εἰμί (είμαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οὐσία θηλυκό ( & ιωνικός τύπος οὐσίη)

  1. η περιουσία, η ιδιοκτησία
    εἰ ἐκεκτήμην οὐσίαν... : αν είχα περιουσία... (Λυσίας)
    πατρῴαν οὐσίαν κατεσθίειν : τρώνε την περιουσία του πατέρα τους
  2. η φιλοσοφική ουσία,
    γένεσις μὲν τὸ σπέρμα, οὐσία δὲ τὸ τέλος
  3. η χημική, φυσική ουσία
    πᾶσαι αἱ φυσικαί οὐσίαι ἢ σώματα... (Αριστοτέλης)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]