πισσώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. πισσώνω < ελληνιστική κοινή πισσόω

Ρήμα[επεξεργασία]

πισσώνω

  1. ρίχνω πίσσα

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]