προγιγνώσκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προγιγνώσκω < πρό + γιγνώσκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προγιγνώσκω

  1. γνωρίζω εκ των προτέρων, προβλέπω