προσπορίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσπορίζω < αρχαία ελληνική προσπορίζω < πορίζω < πόρος < πείρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (περνώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσπορίζω (παθητική φωνή: προσπορίζομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]