σιγώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιγώ < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σιγώ, πρτ.: σιγούσα, στ.μέλλ.: θα σιγήσω, αόρ.: σίγησα

  1. μένω σιωπηλός
  2. σταματώ να μιλώ
  3. παύω να κάνω θόρυβο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]