στουπώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στουπώνω < στουπί + -ώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

στουπώνω

  1. (μεταβατικό) φράζω ένα δοχείο με στουπί
     συνώνυμα: βουλώνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]