Μετάβαση στο περιεχόμενο

συγχρηματοδοτώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
συγχρηματοδοτώ < συν- + χρηματοδοτώ

συγχρηματοδοτώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]