συνεργώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνεργώ < αρχαία ελληνική συνεργέω / συνεργῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]συνεργώ
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | συνεργώ | συνεργούσα | θα συνεργώ | να συνεργώ | συνεργώντας | |
| β' ενικ. | συνεργείς | συνεργούσες | θα συνεργείς | να συνεργείς | (συνέργει) | |
| γ' ενικ. | συνεργεί | συνεργούσε | θα συνεργεί | να συνεργεί | ||
| α' πληθ. | συνεργούμε | συνεργούσαμε | θα συνεργούμε | να συνεργούμε | ||
| β' πληθ. | συνεργείτε | συνεργούσατε | θα συνεργείτε | να συνεργείτε | συνεργείτε | |
| γ' πληθ. | συνεργούν(ε) | συνεργούσαν(ε) | θα συνεργούν(ε) | να συνεργούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | συνέργησα | θα συνεργήσω | να συνεργήσω | συνεργήσει | ||
| β' ενικ. | συνέργησες | θα συνεργήσεις | να συνεργήσεις | συνέργησε | ||
| γ' ενικ. | συνέργησε | θα συνεργήσει | να συνεργήσει | |||
| α' πληθ. | συνεργήσαμε | θα συνεργήσουμε | να συνεργήσουμε | |||
| β' πληθ. | συνεργήσατε | θα συνεργήσετε | να συνεργήσετε | συνεργήστε | ||
| γ' πληθ. | συνέργησαν συνεργήσαν(ε) |
θα συνεργήσουν(ε) | να συνεργήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω συνεργήσει | είχα συνεργήσει | θα έχω συνεργήσει | να έχω συνεργήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις συνεργήσει | είχες συνεργήσει | θα έχεις συνεργήσει | να έχεις συνεργήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει συνεργήσει | είχε συνεργήσει | θα έχει συνεργήσει | να έχει συνεργήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε συνεργήσει | είχαμε συνεργήσει | θα έχουμε συνεργήσει | να έχουμε συνεργήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε συνεργήσει | είχατε συνεργήσει | θα έχετε συνεργήσει | να έχετε συνεργήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν συνεργήσει | είχαν συνεργήσει | θα έχουν συνεργήσει | να έχουν συνεργήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συνεργώ
|
|