Μετάβαση στο περιεχόμενο

τον κώλο βάζεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψει

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
 δείτε τις λέξεις κώλος, βάζω, μάγειρας, σκατό και μαγειρεύω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ton‿ˈɡolo ˈva.zis ˈma.ʝi.ra skaˈta θa‿ma.ʝiˈre.psi/

Έκφραση

[επεξεργασία]

τον κώλο βάζεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψει

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]