υποχρεούμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποχρεούμαι, παθητική φωνή του υποχρεώ (υποχρεώνω), κατά τα αρχαία ρήματα σε -όω, -όομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

υποχρεούμαι

Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. υποχρεούμαι υποχρεούμουν
υποχρεούμην
θα υποχρεούμαι να υποχρεούμαι υποχρεούμενος
β' ενικ. υποχρεούσαι υποχρεούσουν
υποχρεούσο
θα υποχρεούσαι να υποχρεούσαι
γ' ενικ. υποχρεούται υποχρεούνταν
υποχρεούτο
θα υποχρεούται να υποχρεούται
α' πληθ. υποχρεούμεθα
υποχρεούμαστε
υποχρεούμαστε
υποχρεούμασταν
θα υποχρεούμεθα
υποχρεούμαστε
να υποχρεούμεθα
υποχρεούμαστε
β' πληθ. υποχρεούσθε
υποχρεούστε
υποχρεούσαστε
υποχρεούσασταν
θα υποχρεούσθε
υποχρεούστε
να υποχρεούσθε
υποχρεούστε
γ' πληθ. υποχρεούνται υποχρεούνταν
υποχρεούντο
θα υποχρεούνται να υποχρεούνται

Σημείωση: Για τους υπόλοιπους χρόνους βλέπε την κλίση του ρήματος υποχρεώνομαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]