υποχρεούμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποχρεούμαι, παθητική φωνή του υποχρεώ (υποχρεώνω), κατά τα αρχαία ρήματα σε -όω, -όομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υποχρεούμαι

  1. (λόγιο) είμαι υποχρεωμένος (να κάνω κάτι)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. υποχρεούμαι υποχρεούμουν
υποχρεούμην
θα υποχρεούμαι να υποχρεούμαι υποχρεούμενος
β' ενικ. υποχρεούσαι υποχρεούσουν
υποχρεούσο
θα υποχρεούσαι να υποχρεούσαι
γ' ενικ. υποχρεούται υποχρεούνταν
υποχρεούτο
θα υποχρεούται να υποχρεούται
α' πληθ. υποχρεούμεθα
υποχρεούμαστε
υποχρεούμαστε
υποχρεούμασταν
θα υποχρεούμεθα
υποχρεούμαστε
να υποχρεούμεθα
υποχρεούμαστε
β' πληθ. υποχρεούσθε
υποχρεούστε
υποχρεούσαστε
υποχρεούσασταν
θα υποχρεούσθε
υποχρεούστε
να υποχρεούσθε
υποχρεούστε
γ' πληθ. υποχρεούνται υποχρεούνταν
υποχρεούντο
θα υποχρεούνται να υποχρεούνται

Σημείωση: Για τους υπόλοιπους χρόνους βλέπε την κλίση του ρήματος υποχρεώνομαι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]