Μετάβαση στο περιεχόμενο

χαλάλι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χαλάλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική حَلٰالْ (helal) + (τουρκικά helal και ιδιωματικό halal) < αραβική حَلَالٌ (ḥalālun, που επιτρέπεται, νόμιμο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xaˈla.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: χαλάλι

Επίρρημα

[επεξεργασία]

χαλάλι

  • για κάτι που το θυσιάζω, το προσφέρω, το ξοδεύω με ευχαρίστηση, αν και είναι πολύτιμο ή κοστίζει πολλά
    παράδειγμα  Χαλάλι σου! Το αξίζεις!
    παράδειγμα  Χαλάλι τα λεφτά που έδωσα για το πιάνο του παιδιού!
      Ξυπνά η κόρη την αυγή σα μήλο μαραμένο, / βρίσκει τον κόρφο τς ανοιχτό, τ' αχείλι φιλημένο / και τη χρυσή της την ποδιά ψηλά ανασκουμπωμένη. / «Τάχα το ποιος μου το 'κανε, τάχα ποιος μου το κάνει;» / Αν είν' από τον άντρα μου, χαράμι να του γένει, / κι αν είν' από όποιον αγαπώ, χαλάλι να του γένει! (από ηπειρώτικο δημοτικό) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]