χαλάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χαλάλι < τουρκική halal (ιδιωματικό) < αραβική حلال (halâl)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

χαλάλι

  • για κάτι που το θυσιάζω, το προσφέρω, το ξοδεύω με ευχαρίστηση, αν και είναι πολύτιμο ή κοστίζει πολλά
    • χαλάλι τα λεφτά που έδωσα για το πιάνο του παιδιού
    • Ξυπνά η κόρη την αυγή σα μήλο μαραμένο, / βρίσκει τον κόρφο τς ανοιχτό, τ' αχείλι φιλημένο / και τη χρυσή της την ποδιά ψηλά ανασκουμπωμένη. / «Τάχα το ποιος μου το 'κανε, τάχα ποιος μου το κάνει;» / Αν είν' από τον άντρα μου, χαράμι να του γένει, / κι αν είν' από όποιον αγαπώ, χαλάλι να του γένει! (από ηπειρώτικο δημοτικό)
    • κι αν τους βοήθησα χαλάλι τους

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

χαλαλίζω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]