ψήω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

{{δείτε|: ψάω

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψήω < το θέμα ψη- (με πρόσφυμα j + ω = ψήjω = ψήω-ψῶ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψήω-ψῶ

  1. ξύνω, τρίβω ελαφρά, ψηλαφώ, ψαύω, αποσπογγίζω: τύπος του ψάω. Απαντάται κυρίως σε σύνθετα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

  • ψήν-ηνός,μικρό έντομο που αναπτύσσεται στο καρπό της αγριοσυκιάς
  • ο καρπός του αρσενικού φοίνικα
  • ψήνες, κωμωδία του Μάγνη.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]