Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψάω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ψάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω)[1]. Ομόρριζα: ψαύω και ψαίω.

ψάω-ψῶ ( & ποιητικός τύπος ψώω)

  1. αλέθω
  2. ξύνω, τρίβω απαλά
  3. γυαλίζω
  4. (αμετάβατο) διαλύομαι, κονιορτοποιούμαι
    • τοῦτ᾽ ἠφάνισται διάβορον πρὸς οὐδενὸς τῶν ἔνδον, ἀλλ᾽ ἐδεστὸν ἐξ αὑτοῦ φθίνει, καὶ ψῇ - αυτό εξαφανίστηκε, δεν το έφαγε κάτι μέσα από το σπίτι, αλλά κατάπιε τον εαυτό του και φθάρθηκε, κονιορτοποιήθηκε (σαν πριονίδι, όπως λέει παρακάτω)
  5. ψαύω, ψηλαφώ

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ψάωhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.