ψάω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ψάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω)[1]. Ομόρριζα: ψαύω και ψαίω.
Ρήμα
[επεξεργασία]ψάω-ψῶ ( & ποιητικός τύπος ψώω)
- αλέθω
- ξύνω, τρίβω απαλά
- γυαλίζω
- (αμετάβατο) διαλύομαι, κονιορτοποιούμαι
- τοῦτ᾽ ἠφάνισται διάβορον πρὸς οὐδενὸς τῶν ἔνδον, ἀλλ᾽ ἐδεστὸν ἐξ αὑτοῦ φθίνει, καὶ ψῇ - αυτό εξαφανίστηκε, δεν το έφαγε κάτι μέσα από το σπίτι, αλλά κατάπιε τον εαυτό του και φθάρθηκε, κονιορτοποιήθηκε (σαν πριονίδι, όπως λέει παρακάτω)
- ψαύω, ψηλαφώ
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- το ρήμα ψάω και τα συγγενή του ψώω, ψέω, ψήω αναπτύχθηκαν παράλληλα (το ψώχω μεταγενέστερο) και σήμαιναν τρίβω, κόβω σε τεμάχια, αλέθω, ξύνω, λειαίνω, ομαλύνω κονιορτοποιώ, διαλύομαι
- πάντα συνηρημένο, ψῶ, ψῇς, ψῇ, απαρέμφατο ψῆν, παρατατικός ἀπέψων (αλλά γ πρόσωπο απαντά ἀπέψη), μέλλων ψήσω, αόριστος ἔψησα, παθητ. αόριστος ἐψήθην και ἐψήσθην , παρακείμενος ἔψησμαι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ψάωhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 1‑3.
Πηγές
[επεξεργασία]- ψάω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ψάω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.