ψηλαφώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψηλαφώ < αρχαία ελληνική ψηλαφάω-ῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psi.la.ˈfɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ψηλαφώ και ψηλαφίζω

  1. αγγίζω κάτι πολύ απαλά, με τις άκρες των δαχτύλων
  2. (ειδικότερα) εξετάζω κάτι ψάχνοντας με τα δάχτυλα
  3. (κατ’ επέκταση) αγγίζω με τρυφερότητα, χαϊδεύω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θωπεύω
  4. (μεταφορικά) εξετάζω ένα θέμα επιφανειακά κι όχι εξαντλητικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

ψηλαφώ[επεξεργασία]


ψηλαφίζω[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]