ψώρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψώρα ψώρες
γενική ψώρας
αιτιατική ψώρα ψώρες
κλητική ψώρα ψώρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψώρα < αρχαία ελληνική ψώρα, φαγούρα και δερματική ασθένεια ανθρώπων, ζώων, φυτών < ψάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψώρα θηλυκό

  1. δερματική ασθένεια που προκαλείται από ακάρεα και μπορεί να μεταδοθεί στον άνθρωπο με βασικό σύμπτωμα συνήθως την φαγούρα και τα εξανθήματα, αλλά αποτελεί πλέον κυρίως ασθένεια των ζώων

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]