ψωρίαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψωρίαση ψωριάσεις
γενική ψωρίασης
& ψωριάσεως
ψωριάσεων
αιτιατική ψωρίαση ψωριάσεις
κλητική ψωρίαση ψωριάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψωρίαση < καθαρεύουσα ψωρίασις < psoriasis < ψώρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψωρίαση θηλυκό

  1. (ιατρική) χρόνια υποτροπιάζουσα δερματοπάθεια, δεν θεωρείται μεταδοτική και είναι πιθανόν αυτοάνοση. Η ρίζα της λέξης παραπέμπει στην ψώρα που όμως αποτελεί χωριστό δερματικό νόσημα το οποίο μεταδίδεται με τα ακάρεα

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η ψωρίαση εμφανίζεται σε ποικίλες κλινικές μορφές όπως κατά πλάκας, σταγονοειδής, ερυθροδερμική, αρθροπαθητική και φλυκταινώδης, είτε γενικευμένη, είτε μόνο στα άκρα (παλάμες, πέλματα), όπου και ανάλογα εφαρμόζεται είτε τοπική θεραπεία είτε και συστηματική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]