γονίδιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γονίδιο | τα | γονίδια |
| γενική | του | γονιδίου & γονίδιου |
των | γονιδίων |
| αιτιατική | το | γονίδιο | τα | γονίδια |
| κλητική | γονίδιο | γονίδια | ||
| Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γονίδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (λόγιο δάνειο) νεολατινική gonidium < αρχαία ελληνική γόνος + -ίδιον < γίγνομαι [1]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ɣoˈni.ði.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γο‐νί‐δι‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γονίδιο ουδέτερο
- (βιολογία, γενετική) βασική φυσική μονάδα κληρονομικότητας στους ζωντανούς οργανισμούς, τμήμα του χρωματοσώματος που μεταβιβάζει πληροφορίες από το ένα κύτταρο σε άλλο και κατ' επέκταση από τη μια γενιά στην άλλη
- ※ παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- γονιδιακός
- γονιδίωμα
- γονιδιωματική
- γονιδιωματικός
- → δείτε τη λέξη γίνομαι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
γονίδιο στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ γονίδιο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίδιο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Βιολογία (νέα ελληνικά)
- Γενετική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)