Μετάβαση στο περιεχόμενο

ψαφαρός

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ψαφαρός ψαφαρᾱ́ τὸ ψαφαρόν
      γενική τοῦ ψαφαροῦ τῆς ψαφαρᾶς τοῦ ψαφαροῦ
      δοτική τῷ ψαφαρ τῇ ψαφαρ τῷ ψαφαρ
    αιτιατική τὸν ψαφαρόν τὴν ψαφαρᾱ́ν τὸ ψαφαρόν
     κλητική ! ψαφαρέ ψαφαρᾱ́ ψαφαρόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ψαφαροί αἱ ψαφαραί τὰ ψαφαρᾰ́
      γενική τῶν ψαφαρῶν τῶν ψαφαρῶν τῶν ψαφαρῶν
      δοτική τοῖς ψαφαροῖς ταῖς ψαφαραῖς τοῖς ψαφαροῖς
    αιτιατική τοὺς ψαφαρούς τὰς ψαφαρᾱ́ς τὰ ψαφαρᾰ́
     κλητική ! ψαφαροί ψαφαραί ψαφαρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ψαφαρώ τὼ ψαφαρᾱ́ τὼ ψαφαρώ
      γεν-δοτ τοῖν ψαφαροῖν τοῖν ψαφαραῖν τοῖν ψαφαροῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ψαφαρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰes- (τρίβω)[1]. Ομόρριζο: ψάω.

Επίθετο

[επεξεργασία]

ψαφαρός, -ά, -όν

  1. αυτός που θρυμματίζεται εύκολα και γίνεται σκόνη, κομμάτια, ο εύθρυπτος, αμμώδης, κοκκώδης
  2. χαλαρός, μαλακός
  3. αραιός
  4. στυφός
  5. που έχει το χρώμα της σκόνης

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ψαφαρόςhtm@starling σελ. 146, Τόμος 1ος - Pokorny, Julius (1959) Indogermanisches etymologisches Wörterbuch [Ινδογερμανικό (ινδοευρωπαϊκό) ετυμολογικό λεξικό] (στα γερμανικά). Βέρνη, Μόναχο: Francke Verlag. Τόμοι 13.