ψαφαρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψαφαρός η ψαφαρή το ψαφαρό
      γενική του ψαφαρού της ψαφαρής του ψαφαρού
    αιτιατική τον ψαφαρό την ψαφαρή το ψαφαρό
     κλητική ψαφαρέ ψαφαρή ψαφαρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψαφαροί οι ψαφαρές τα ψαφαρά
      γενική των ψαφαρών των ψαφαρών των ψαφαρών
    αιτιατική τους ψαφαρούς τις ψαφαρές τα ψαφαρά
     κλητική ψαφαροί ψαφαρές ψαφαρά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαφαρός < αρχαία ελληνική ψαφαρός < ψάω

Επίθετο[επεξεργασία]

ψαφαρός, -ή, -ό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ψαφαρός ψαφαρά ψαφαρόν ψαφαροί ψαφαραί ψαφαρά
Γενική ψαφαροῦ ψαφαρᾶς ψαφαροῦ ψαφαρῶν ψαφαρῶν ψαφαρῶν
Δοτική ψαφαρῷ ψαφαρᾷ ψαφαρῷ ψαφαροῖς ψαφαραῖς ψαφαροῖς
Αιτιατική ψαφαρόν ψαφαράν ψαφαρόν ψαφαρούς ψαφαράς ψαφαρά
Κλητική ψαφαρέ ψαφαρά ψαφαρόν ψαφαροί ψαφαραί ψαφαρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ψαφαρώ ψαφαρά
Γενική-Δοτική ψαφαροῖν ψαφαραῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαφαρός < ψάω

Επίθετο[επεξεργασία]

ψαφαρός, -ά, -όν

  1. αυτός που θρυμματίζεται εύκολα και γίνεται σκόνη, κομμάτια, ο εύθρυπτος, αμμώδης, κοκκώδης
  2. χαλαρός, μαλακός
  3. αραιός
  4. στυφός
  5. που έχει το χρώμα της σκόνης

Άλλες μορφές[επεξεργασία]