ψαθυρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψαθυρός ψαθυρή ψαθυρό
γενική ψαθυρού ψαθυρής ψαθυρού
αιτιατική ψαθυρό ψαθυρή ψαθυρό
κλητική ψαθυρέ ψαθυρή ψαθυρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψαθυροί ψαθυρές ψαθυρά
γενική ψαθυρών ψαθυρών ψαθυρών
αιτιατική ψαθυρούς ψαθυρές ψαθυρά
κλητική ψαθυροί ψαθυρές ψαθυρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψαθυρός < αρχαία ελληνική ψαθυρός < ψάμμος + -υρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψαθυρός, -ή, -ό

  • που εύκολα θρυμματίζεται, κατατρίβεται, εύθρυπτος
    Ο Ιησούς τύλιξε τη γαβάθα στο στρωσίδι και την έβαλε στο δισάκι, καθώς σκεφτόταν ότι από εδώ και πέρα θα πρεπε να προσέχει πως τη μεταχειρίζεται, ο πηλός είναι εύθραυστος, ψαθυρός, δεν είναι παρά λίγο χώμα που η τύχη του χάρισε μια επισφαλή σταθερότητα όπως έκανε, σε τελευταία ανάλυση, και με τόν άνθρωπο. (Ζοζέ Σαραμάγκου, Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον σ.180)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]