آب

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αραβικά (ar) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

آب (ar) (āb)



Οθωμανικά τουρκικά (ota)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

آب < περσική آب

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

آب (ab)

  1. νερό
  2. χυμός
  3. λάμψη
  4. τιμή, υπόληψη
  5. η επαναφορά του χάλυβα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Χλωρός, Ιωάννης (1899). Λεξικόν τουρκο-ελληνικόν, Τόμος Α. Κωνσταντινούπολη: Πατριαρχικό Τυπογραφείο. 
  • Redhouse, James (1856). An English and Turkish Dictionary. Λονδίνο: Bernard Quaritch. 

Ούρντου (ur) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

آب (ur) (āb)


Περσικά (fa) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

آب (fa)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɒːb/