Μετάβαση στο περιεχόμενο

آب

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: أب

Αραβικά (ar)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

آب (ar) (āb)



Οθωμανικά τουρκικά (ota)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

آب < (άμεσο δάνειο) περσική آب

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

آب (âb)

  1. το νερό
  2. ο χυμός
  3. η λάμψη
  4. η τιμή, η υπόληψη
  5. η επαναφορά του χάλυβα

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  • Ιωάννης Χλωρός, Λεξικόν τουρκο-ελληνικόν, τόμος Α, Κωνσταντινούπολη, Πατριαρχικό Τυπογραφείο, 1899
  • σελ. 3 - Redhouse, James W.. (1890). A Turkish and English Lexicon. Shewing in English: The Significations of the Turkish Terms [Τουρκικό (οθωμανικό) και αγγλικό λεξικό] (Κωνσταντινούπολη, Printed for the American Mission by A.H. Boyajian, 1890 @archive.org) (ανατύπωση: Βηρυτός, Librairie du Liban, 1974 & 1987).



Ούρντου (ur)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

آب (ur) (āb)



Περσικά (fa)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɒːb/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

آب (fa)