υπόληψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπόληψη υπολήψεις
γενική υπόληψης
& υπολήψεως
υπολήψεων
αιτιατική υπόληψη υπολήψεις
κλητική υπόληψη υπολήψεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπόληψη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπόληψη θηλυκό

  • η καλή εικόνα που έχουν οι άλλοι για κάποιον, η καλή φήμη
μου θίγεις την τιμή και την υπόληψή μου

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχω κάποιον σε υπόληψη : τον εκτιμώ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]