ανυποληψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανυποληψία οι ανυποληψίες
      γενική της ανυποληψίας των ανυποληψιών
    αιτιατική την ανυποληψία τις ανυποληψίες
     κλητική ανυποληψία ανυποληψίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανυποληψία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανυποληψία θηλυκό

  1. είναι η στάση περιθωριοποίησης από τη μεριά του κοινωνικού συνόλου προς κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων
  2. έλλειψη εκτίμησης, υπόληψης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]