ἀρχοντολόγιν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αρχοντολόγι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀρχοντολόγιν < ἀρχοντο- + -λόγιν

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀρχοντολόγιν ουδέτερο (περιληπτικό)

  1. όλοι οι άρχοντες, το αρχοντολόγι
  2. η τάξη των πλουσίων
    ※  15ος αιώνας Λεόντιος Μαχαιράς, Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου, η ποία λέγεται Κρόνικα, τουτέστιν Χρονικόν, Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Τόμος 2 σελ.@books-google
    τότες ἐβουλεῦσάν τον οἱ συνγκριτικοὶ νὰ συντύχῃ μὲ τὸν ρῆγα, καὶ νὰ καταστήσῃ νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς λᾶς τοὺς περπεριάριδες, ὅπου ἦσαν οἱ περίττου περπεριάριδες οἱ περίττου τοῦ συνκρίτου καὶ οὗλον τὸ ἄρχοντολόγιν τοὺς περζέζιδες τῆς Λευκοσίας·
    [Επιμ. Dawkins, R.M.] … ὅπου ἦσαν οἱ περίτου περπεριάριδες, οἱ περίτου τοῦ συγκρίτου καὶ οὗλον τὸ ἀρχοντολόγιν τοὺς περζέζηδες τῆς Λευκωσίας

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]