ἀφοῦ
Εμφάνιση
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀφοῦ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (εννοείται χρόνου)
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]ἀφοῦ
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἀφοῦ, σελ.390-391, Τόμος 3 - ⌘ Εμμανουήλ Κριαράς. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
- αφού - Εμμανουήλ Κριαράς, Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἀφοῦ (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (εννοείται χρόνου) → δείτε τη φράση ἀφ' οὗ χρόνου[1]
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]ἀφοῦ (ελληνιστική κοινή)
- αφού (Χρειάζεται τεκμηρίωση…) ότι υπάρχει ελληνιστικό παράθεμα με τη μορφή αυτή
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]ἀφοῦ [2]
- β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής αορίστου β΄ (ἀφείμην) μέσης φωνής του ἀφίημι
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αφού - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ ἀφοῦ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Σύνδεσμοι (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Σύνδεσμοι (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Σελίδες για τεκμηρίωση (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικοί τύποι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)