Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀφοῦ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αφού

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀφοῦ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (εννοείται χρόνου)

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

ἀφοῦ

  1. (χρονικός)
    1. από τότε, αφότου, από τη στιγμή
       συνώνυμα: ἀφότου, ἀφόντας
    2. όταν
  2. (αιτιολογικός) εφόσον, μια και

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀφοῦ (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (εννοείται χρόνου)  δείτε τη φράση ἀφ' οὗ χρόνου[1]

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

ἀφοῦ (ελληνιστική κοινή)

  • αφού (Χρειάζεται τεκμηρίωση…) ότι υπάρχει ελληνιστικό παράθεμα με τη μορφή αυτή

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ἀφοῦ [2]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αφού - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. ἀφοῦ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.