ἀφοῦ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀφοῦ < ελληνιστική κοινή ἀφοῦ < αρχαία ελληνική ἀφ' οὗ (χρόνου)

Open book 01.svg Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ἀφοῦ (καθαρεύουσα)

  1. αφού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ἀφοῦ

  • β΄ ενικό προστακτικής μέσου αορίστου β΄ του ρήματος ἀφίημι