Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἱλάσκομαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἱλάσκομαι < παγιωμένη παθητική φωνή από παλαιότερο ενεργητικό τύπο *σισλάσκω/*σισλήσκω (*si-slh₂ske/o-) με ενεστωτικό αναδιπλασιασμό και το εναρκτικό επίθημα -σκω < *σλάω/*σλήω, θέμα σλᾱ/σλη- από την δισύλλαβη πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *σελη- (*selh₂-) (συμφιλιώνω), με μηδενισμένη την πρώτη συλλαβή και απαθή την δεύτερη + (ρηματική κατάληξη).
Συγγενή: παλαιά αρμενική աղաչեմ (ałačʻem, προσεύχομαι), λατινική sōlor (παρηγορώ)[1]. Δείτε τις σημειώσεις για περισσότερα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /hiː.lá.sko.mai̯/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: λάσκομαι

ἱλάσκομαι (ῑλᾰ-) (αποθετικό ρήμα)

  • με αιτιατική
  1. (για θεούς) εξιλεώνω, εξευμενίζω, καταπραΰνω, κατευνάζω, δοξάζω, προσπέφτω σε
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 472
    οἱ δὲ πανημέριοι μολπῇ θεὸν ἱλάσκοντο
    κι εξιλεώναν τους θεούς με άσματα ολημέρα
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Θεογονία, 91
    ἐρχόμενον δ᾽ ἀν᾽ ἀγῶνα θεὸν ὣς ἱλάσκονται
    Αυτός στη σύναξη σαν έρχεται τον εξευμενίζουν σαν θεό
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 59.1
    θεοὺς μὲν μούνους τούσδε ἱλάσκονται
    προσπέφτουν μόνο σ᾽ αυτούς τους θεούς
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Οἰκονομικός, 5.20
    περὶ δὲ τῶν γεωργικῶν πράξεων ἧττον οἴει δεῖν τοὺς θεοὺς ἱλάσκεσθαι;
    Φαντάζεσαι, λοιπόν, ότι λιγότερο πρέπει να προσπαθούν να εξιλεώσουν τους θεούς για τις γεωργικές εργασίες;
    Μετάφραση (2007): Έφη Δημητριάδου-Τουφεξή. Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Ι
    *<ἱλάσκεσθαι> ἐξιλεοῦσθαι
  2. (για ανθρώπους) εξευμενίζω μετά θάνατον με θεϊκές τιμές, τιμώ, λατρεύω, καλοπιάνω
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 47.2
    ἐπὶ γὰρ τοῦ τάφου αὐτοῦ ἡρώιον ἱδρυσάμενοι θυσίῃσι αὐτὸν ἱλάσκονται.
    δηλαδή έχτισαν ναό πάνω στον τάφο του και τον λάτρευαν με θυσίες σαν ημίθεο
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      4ος πκε αιώνας Ἰσοκράτης, Ἑλένη, 66
    Ὡς οὖν καὶ δίκην λαβεῖν καὶ χάριν ἀποδοῦναι δυναμένην, τοὺς μὲν τοῖς χρήμασιν προέχοντας ἀναθήμασιν καὶ θυσίαις καὶ ταῖς ἄλλαις προσόδοις ἱλάσκεσθαι καὶ τιμᾶν αὐτὴν χρὴ
    Επειδή λοιπόν η Ελένη μπορεί και να τιμωρήσει και να ανταμείψει, πρέπει οι πλούσιοι και να την καλοπιάνουν και να την τιμούν με αφιερώματα, με θυσίες και με άλλες προσφορές·
    Μετάφραση (2012): Αθανάσιος.Ι. Γιαγκόπουλος - Ζ.Ε Μαλαθούνη, Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr
  3. (γενικότερα) εξευμενίζω, εξιλεώνω, κάνω κάποιον να κάνει κάτι, πείθω κάποιον
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 8 (Οὐρανία), 112.3
    Πάριοι δὲ Θεμιστοκλέα χρήμασι ἱλασάμενοι διέφυγον τὸ στράτευμα.
    οι Πάριοι όμως εξιλέωσαν τον Θεμιστοκλή με χρήματα και γλίτωσαν από το εκστρατευτικό σώμα.
    Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Φαίδων, 95a
    πῶς ἱλασόμεθα καὶ τίνι λόγῳ;
    πώς θα τον εξευμενίσουμε και με ποιά λόγια;
      1ος/2ος κε αιώνας Πλούταρχος Βίοι Παράλληλοι, Κάτων, 61.7
    οἱ δὲ πλεῖστοι τοῖς συγκλητικοῖς ἐπεβούλευον, ὡς εἰ τούτους συλλάβοιεν ἱλασόμενοι τὴν πρὸς αὐτοὺς ὀργὴν τοῦ Καίσαρος.
    και οι περισσότεροι επιβουλεύονταν τους συγκλιτικούς, ελπίζοντας, αν συλλάμβανε αυτούς, να εξευμενίσουν την οργή του Καίσαρος εναντίον τους.
  4. κάνω κάποιον ιλαρό, δίνω χαρά σε κάποιον· χαροποιώ ή δέομαι στους θεούς να είναι καλόγνωμοι
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, 7. Διαγόρᾳ Ῥοδίῳ πύκτῃ, 9 (7-11)
    καὶ ἐγὼ νέκταρ χυτόν, Μοισᾶν δόσιν, ἀεθλοφόροις | ἀνδράσιν πέμπων, γλυκὺν καρπὸν φρενός, | ἱλάσκομαι, | Ὀλυμπίᾳ Πυθοῖ τε νικών- | τεσσιν· ὁ δ᾽ ὄλβιος, ὃν φᾶμαι κατέχωντ᾽ ἀγαθαί·
    έτσι κι εγώ το νέκταρ το καθάριο, το δώρο των Μουσών, στους άνδρες | τους αθλοφόρους στέλνοντάς το, του νου γλυκό καρπό | δέομαι στους θεούς καλόγνωμοι να είναι | στους νικητές της Ολυμπίας και της Πυθώνας | χαρά σ᾽ αυτόν που ξακουστό έγινε τ᾽ όνομά του.
    Μετάφραση (2004): Ιωάννης Οικονομίδης, Αθήνα: Εταιρεία Ελληνικών Τυπογραφικών Στοιχείων @greeklanguage.gr
    ΣτΕ: αυτό το χωρίο έχει ερμηνευτεί με διαφόρους τρόπους. Ένας σχολιαστής δίνει το εὐφραίνω ως συνώνυμο.
     συνώνυμα: εὐφραίνω, τέρπω
  5. (ελληνιστική σημασία) εξιλεώνω, εξαγνίζω
      2ος κε αιώνας Καινή Διαθήκη, Ἡ Πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή, 2,17
    ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ.
    γι' αυτόν τον λόγο ώφειλε κατά πάντα να ομοιωθεί στους αδελφούς, για να γίνει ελεήμων και πιστός αρχιερέας σε εκείνα που αφορούν τον Θεό, στο να εξιλεώνει τις αμαρτίες του λαού.
  • με δοτική
  1. (ελληνιστική σημασία, στην προστακτική παθητικού αορίστου ἱλάσθητι) συγχώρεσε
      4ος κε Μέγας Βασίλειος, Λόγος εἰς τὸ Πρόσεχε σεαυτῷ
    θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.
    Ω Θεέ μου, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό.
      Προοιμιακὴ προσευχή χρειάζεται παράθεμα
    Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἴασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου.
    Παναγία Τριάδα, ελέησέ μας. Κύριε συγχώρεσε τις αμαρτίες μας. Δέσποτα, συγχώρεσε τις ανομίες μας. Άγιε, επισκέψου και γιάτρευσε τις ασθένειές μας, με την δύναμη του ονόματός Σου.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • Επικοί τύποι:
    • α΄ προσώπου πληθυντικού οριστικής μέλλοντα: ἱλασόμεσθα (Ιλιάδα 1,444)
    • β΄ προσώπου ενικού υποτακτικής αορίστου: ἱλάσσεαι (Ιλιάδα 1,147)
  • Στον Ησύχιο
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Ι
    *<ἱλάοντες> ἐξευμενιζόμενοι, ἐξιλεούμενοι
    ΣτΕ: Η γλώσσα επίσης ερμηνεύεται ως συνηρημένη μορφή ἱλᾶντες.

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Η γλώσσα του Ησυχίου ἱλάοντες ή ἱλᾶντες φανερώνει την ενεργητική φωνή χωρίς το επίθημα -σκω *ἱλάω, ἱλῶ με σημασία «εξευμενίζομαι, εξιλώνομαι». Επίσης στον ίδιο καταγράφεται το όνομα Ἱλάων «ἥρως, Ποσειδῶνος υἱός» που θα συνέπιπτε με την μετοχή ενεστώτα *ἱλάων του *ἱλάω «ο εξευμενιζόμενος, ο εξιλωνόμενος»[2].

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός σελίδας.
    There is no such page number.
    /mode/1up ἱλάσκομαι σελ. 586-587
     -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Ι

Αναφορές

[επεξεργασία]