Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὑποβλέπω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: υποβλέπω

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὑποβλέπω < ὑπό + βλέπω

ὑποβλέπω (παθητική φωνή: ὑποβλέπομαι)