Μετάβαση στο περιεχόμενο

Agopian

Από Βικιλεξικό

Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]


Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Agopian < (μεταγραφή) νέα ελληνική Αγκοπιάν (Agkopián)

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

Agopian



Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Agopian < αρμενική Ակոբյան (Akobyan, Αγκοπιάν), άλλη μορφή του Հակոբյան (Hakobyan, Χακομπιάν)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Agopian αρσενικό ή θηλυκό



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Agopian αρσενικό ή θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Cogniomi italiani, codiceinverso.it, ανακτήθηκε στις 23/8/2023 .



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Agopian < Agop + -ian,[1] προέλευσης από την αρμενική Ակոբյան (Akobyan, Αγκοπιάν), άλλη μορφή του Հակոբյան (Hakobyan, Χακομπιάν)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Agopian αρσενικό ή θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Βλ. Iorgu Iordan, Dicționar al numelor de familie românești (Βουκουρέστι: Editura Științifică și Enciclopedică, 1983), σ. 22β.



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Agopian αρσενικό ή θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden .