Μετάβαση στο περιεχόμενο

Akopian

Από Βικιλεξικό

Διαγλωσσικοί όροι (mul)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Akopian < (μεταγραφή) νέα ελληνική Ακοπιάν (Akopián)

Μεταγραφή

[επεξεργασία]

Akopian



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Akopian < αρμενική Հակոբյան (Hakobyan), από τη ρωσική γραφή Акопян (Akopján, Ακοπιάν)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Akopian αρσενικό ή θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden .