DDR

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

DDR < Deutsche Demokratische Republik

Συντομομορφή[επεξεργασία]

DDR (de) θηλυκό

  1. η τέως Ανατολική Γερμανία