Ebene

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Ebene (de) θηλυκό

  1. η πεδιάδα
  2. (μεταφορικά) το επίπεδο
    auf angemessener Ebene - σε πιο κατάλληλο επίπεδο
  3. (μαθηματικά, φυσική) το επίπεδο